Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ του Ιταλο Καλβίνο

Οι δύσκολοι έρωτες, Ίταλο Καλβίνο «Οι δύσκολοι έρωτες» και «Η δύσκολη ζωή» ονομάζονται οι δυο συλλογές των διηγημάτων που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το βιβλίο. Στη γαλλική έκδοση της πρώτης συλλογής («Οι δύσκολοι έρωτες»), ο ίδιος ο συγγραφέας είχε δώσει το όνομα «Περιπέτειες». Γιατί, παρόλη τη μικρή έκταση των δεκατριών αφηγημάτων, συμπυκνώνεται στις σελίδες τους το στοιχείο της περιπέτειας, όχι μόνο με την αριστοτελική σημασία του όρου (απότομη μεταβολή της τύχης), αλλά και της εσωτερικής σύγκρουσης, σε περιστάσεις όμως απλές, καθημερινές, «ασήμαντες». Όπως σημειώνει ο μεταφραστής Ανταίος Χρυσοστομίδης, «πρόκειται περισσότερο για εσωτερικές περιπέτειες που οι ήρωες ζουν κυρίως μόνοι τους και κόντρα στον εαυτό τους».
Η περιπέτεια ενός στρατιώτη που στο ταξίδι με το τρένο αποτολμά ν’ ακουμπήσει το χέρι του στο πόδι της χήρας συνταξιδιώτισσάς του και σιγά σιγά προχωρά με περισσότερη αποκοτιά, η περιπέτεια μιας –παχουλής- κολυμβήτριας που την ώρα που απολαμβάνει το κολύμπι λύνεται το μαγιό της, η περιπέτεια ενός ποιητή, ενός αναγνώστη, ενός μύωπα κ.α. Σε περιστάσεις συνηθισμένες αλλά …έκτακτες (δηλαδή μ’ ένα στοιχειώδες σασπένς), παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα μύχια συναισθήματα κοινών ανθρώπων, καταγραμμένα με χιούμορ, διεισδυτικότητα αλλά και την με την ειρωνική απόσταση που δημιουργεί το γ΄ενικό (κάποια θυμίζουν λίγο Μ. Χάκκα). Η επιβράδυνση στην περιγραφή που επιβάλλει πολλές φορές η περιγραφή ενός στιγμιότυπου (π.χ. το χέρι του στρατιώτη στο πρώτο διήγημα προχωρά …δέκα πόντους σε δώδεκα σελίδες!) δεν είναι ποτέ κουραστική στον Καλβίνο- το ύφος είναι μεστό, εύστοχο, έξυπνο ενώ όσα περιγράφει χαρακτηρίζονται από ένταση εσωτερική.
Οι περισσότεροι ήρωές μας είναι μοναχικοί, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν απολαμβάνουν τη μοναξιά τους και δεν κάνουν «καλή παρέα» με τον εαυτό τους. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι σε κάποιες περιπτώσεις αποζητούν κιόλας την απομόνωση όπως ο αναγνώστης, ο ποιητής, ο ταξιδιώτης. Η περιπέτεια ενός υπαλλήλου: "Ο υπάλληλος Ε. Ν. έτυχε να περάσει τη νύχτα με μια ωραία κυρία".

Από την πρώτη σειρά η λέξη έτυχε τονίζει ότι μια σειρά συμπτώσεων έφερε στον ήρωα την αναπάντεχη τύχη να περάσει τη βραδιά με μια γοητευτική κυρία. Ο μετριοπαθής, βαρετός ευσυνείδητος υπάλληλος δεν μπορεί να πιστέψει στην τύχη του. Παρακολουθούμε τις κινήσεις του της επόμενης μέρας, τις προσπάθειές του να κρατήσει κάτι από τη γοητεία της μοναδικής βραδιάς. Αποκορύφωμα της έντασης η συμπτωματική συνάντησή του, μετά από χρόνια, με τον γόη της τάξης, τον Μπαρντέτα. Χωρίς να το θέλει χαμογέλασε αδέξια, σα να ντρεπόταν για την καθιστική ζωή του, ενώ ταυτόχρονα θύμωνε με τον εαυτό του που δεν μπορούσε αμέσως να κάνει κατανοητό, με την πρώτη ματιά, ότι η ύπαρξή του ήταν στην πραγματικότητα η πιο γεμάτη και ικανοποιητική ύπαρξη που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Η ελπίδα ότι ο Μπαρντέτα ήταν το πιο κατάλληλο άτομο για να μοιραστεί την ευφορία του έρωτα της μιας βραδιάς καταρρέει σύντομα· ο Μπαρντέτα είναι πια ένας συνετός οικογενειάρχης. Ίσως η υποσυνείδητη ελπίδα του εκείνο το πρωινό να ήταν ότι η ερωτική του έξαψη και το υπαλληλικό του ήθος θα μπορούσαν να γίνουν ένα πράγμα, να μεταγγιστούν το ένα στο άλλο, να συνεχίσουν να βγάζουν φωτιές χωρίς να καίγονται. Όμως η θέα του γραφείου του ήταν αρκετή για να νιώσει τη φοβερή αντίθεση ανάμεσα στη μεθυστική ομορφιά, που μόλις είχε αφήσει, και την καθημερινότητά του. (…) Συνέχισε όμως να τον βασανίζει το άγχος ότι δε θα μπορούσε ποτέ να εκφράσει- ούτε με υπαινιγμούς, ούτε, βέβαια, με σταράτες κουβέντες, και, ίσως, ούτε καν με τη σκέψη – την ολοκλήρωση που είχε ζήσει.
Η περιπέτεια ενός φωτογράφου: Ο Αντονίνο Παράτζι δεν ακολουθεί τη συνήθεια να φωτογραφίζει όταν πηγαίνει π.χ. εκδρομές· δεν τον ενδιαφέρει η εμπειρία τού ν’ αποκτήσει την αίσθηση του αμετάκλητου γεγονότος, που υπήρξε πραγματικά και δεν είναι πια δυνατόν ν’ αμφισβητηθεί από κανέναν. (…) Στη μανία των πρωτάρηδων γονιών να φωτογραφίζουν τους απογόνους για να τους ακινητοποιήσουν σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ή σε μια έγχρωμη διαφάνεια, ο μη φωτογράφος και μη γονιός Αντονίνο έβλεπε την πρώτη φάση μιας πορείας προς την τρέλα, που άρχιζε μέσα από εκείνο το μαύρο κουτί. Παρόλη αυτή την αρχική του τοποθέτηση, η καθημερινότητα και η εισβολή της μηχανής στη ζωή μας τον σπρώχνει ν’ αλλάξει σιγά-σιγά στάση. Αρχικά, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τις καλές του υπηρεσίες σε όποιον ξένο τον παρακαλεί να πιέσει απλώς το κουμπί για να βγει μια αναμνηστική φωτογραφία. Η συμμετοχή του τον ωθεί στο να κάνει διάφορες παρατηρήσεις και να διατυπώνει διάφορες θεωρίες οι οποίες εξελίσσονται σ’ όλη τη διάρκεια του διηγήματος: Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα που φωτογραφίζουμε, γιατί μας φαίνεται ωραία, και ανάμεσα στην πραγματικότητα που μας φαίνεται ωραία επειδή τη φωτογραφίσαμε, είναι ελάχιστη (…) Αρκεί να αρχίσετε να λέτε για κάθε πράγμα: «Α, τι όμορφο που είναι, πρέπει να το φωτογραφίσω!» και ήδη έχετε φτάσει στο επίπεδο του ανθρώπου που σκέφτεται ότι όλα όσα δεν έχουν φωτογραφηθεί χάνονται, σα να μην υπήρξαν ποτέ, και άρα, ότι για να ζει κανείς πραγματικά, πρέπει να φωτογραφίζει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί.
Και: Τι σας σπρώχνει, κορίτσια, να αποσπάσετε από τη ροή της ημέρας που ζείτε, σα να’ ναι φέτες, αυτά τα χρονικά διαστήματα που κρατούν μονάχα ένα δευτερόλεπτο; Όταν παίζετε με τη μπάλα, ζείτε στο παρόν· όταν όμως η ιδέα της φωτογραφίας επεμβαίνει και κρύβεται πίσω από κάθε κίνησή σας, δεν σας απασχολεί πια η χαρά του παιχνιδιού, αλλά η προβολή του στο μέλλον, η αγωνία να μπορέσετε να βρεθείτε μετά από 20 χρόνια, μ’ ένα κιτρινισμένο χαρτονάκι στα χέρια κλπ. Ο Αντονίνο καταλήγει ότι οι άνθρωποι πρέπει να επιστρέψουν στα ποζαρισμένα πορτρέτα· αγοράζει μια παλιά φωτογραφική μηχανή και: Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, εξηγούσε στις δυο φίλες.
Ν’ ανακαλύψουμε ξανά τον τρόπο με τον οποίο έπαιρναν πόζα οι παππούδες μας, τις συμβατικές τους στάσεις, να ξαναβρούμε την κοινωνική τους σημασία, τα ήθη, τα γούστα, την κουλτούρα τους. Έτσι, βάλθηκε να σκηνοθετεί και να φωτογραφίζει αλλεπάλληλα τις δυο φίλες του, γιατί έψαχνε τη μοναδική φωτογραφία, τη φωτογραφία που θα περιλάμβανε μέσα της όλες τις άλλες. Όμως, όχι· και πάλι υπήρχαν πολλές πιθανές φωτογραφίες της Μπίτσε και πολλές Μπίτσε που ήταν αδύνατον να φωτογραφηθούν. (…) Ήταν κι αυτός ένας που απλά παρακολουθεί τη ζωή που δραπετεύει, ένας κυνηγός του άπιαστου, όπως χιλιάδες άνθρωποι που βγάζουν στιγμιαίες φωτογραφίες. Έπρεπε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο. Να προσπαθήσει να φτιάξει ένα πορτρέτο εντελώς επιφανειακό, εύκολο και μονοσήμαντο, που να μην ξεφεύγει από τη στερεότυπη, συμβατική όψη μιας μάσκας. Η περιπέτεια λοιπόν συνεχίζεται, με τον Αντονίνο να ψάχνει να βρει τη μια και μοναδική στάση της Μπίτσε… το πάθος του τον οδηγεί (πέρα από τη σύναψη σχέσης με την …Μπίτσε), στο να φωτογραφίζει οτιδήποτε, ακόμα και την απουσία της Μπίτσε. Του ήρθε η ιδέα να συνθέσει έναν κατάλογο με ό, τι συνήθως μένει έξω από το οπτικό πεδίο όχι μόνο των φωτογραφικών μηχανών αλλά και των ανθρώπων.(…)
Μια μέρα άρχισε να κάνει κομματάκια τις φωτογραφίες της Μπίτσε ή χωρίς την Μπίτσε, όλες τις φωτογραφίες που το πάθος του είχε συσσωρεύσει μήνες τώρα, να ξεσκίζει τα δοκιμαστικά που κρατούσε κρεμασμένα στον τοίχο, να κόβει με το ψαλίδι τα αρνητικά, να καταστρέφει τις διαφάνειες. Ίσως η πραγματικά αληθινή φωτογραφία, σκέφτηκε, να είναι ένας σωρός από κομματιασμένες εικόνες ιδιωτικής ζωής πάνω σε ένα τσαλακωμένο πλαίσιο. Τέλος, (…) Ο μόνος δρόμος που του απόμενε ήταν να φωτογραφίζει φωτογραφίες. Όπως η περιπέτεια ενός φωτογράφου, έτσι και η περιπέτεια ενός αναγνώστη είναι για τον συγγραφέα ένα ξεδίπλωμα κάποιων σκέψεων ή μάλλον στάσεων απέναντι στο διάβασμα. Ο αναγνώστης μας είναι παθιασμένος με το διάβασμα. τόσο, που προτιμά χίλιες φορές το βιβλίο του από οποιαδήποτε κοινωνική σχέση, ακόμα κι αν πρόκειται για μια όμορφη κοπέλα στην ερημική παραλία. Η πληρότητα που προσφέρει ένα ωραίο βιβλίο, συνδυασμένη με κωμικές καταστάσεις του ανθρώπου που παθαίνει ό, τι ακριβώς προσπαθεί ν’ αποφύγει, είναι η γοητεία αυτού του διηγήματος.

Αναλογικά ξετυλίγεται και η περιπέτεια ενός ταξιδιώτη που προσπαθεί, με χίλια εμπόδια να κοιμηθεί το βράδυ στο τρένο, του μύωπα, του ποιητή κ.α. Η δεύτερη συλλογή (Η δύσκολη ζωή) περιλαμβάνει δυο διηγήματα, λίγο πιο εκτεταμένα κι ως εκ τούτου αγγίζουν τα όρια της νουβέλας. Εδώ υπάρχει μια μετατόπιση σε θέματα πιο κοινωνικά , πιο πολιτικά. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς πολύ συγκεκριμένα για διηγήματα, χωρίς να επεκταθεί σε μάκρος. Το διήγημα δεν είναι το είδος που προτιμώ λόγω των περιορισμών που εκ φύσεως έχει, παρόλ’ αυτά τα συγκεκριμένα διηγήματα του Καλβίνο με συνεπήραν, γιατί είχαν πλοκή (που συνήθως λείπει στα μικρής έκτασης αφηγήματα), εξέλιξη/ωρίμανση, απρόοπτο, ψυχογραφικές παρατηρήσεις με πολύ ενδιαφέρον, και κυρίως ένα λεπτό, «ποιητικό» …χιούμορ!


(Ενα post από τη Χριστίνα Παπαγγελή)
http://anagnosi.blogspot.com/2009/02/blog-post.html

και ένα πολύ ενδιαφέρον βίντεο βασισμένο σε έργο του συγγραφέα