Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής της πιο όμορφης Ουτοπίας


Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20/4/1922 στην Αθήνα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, και πέθανε στις 30/10/1988. Το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, εξαιτίας της Κατοχής. Το διάστημα 1948-1952 εξορίζεται μαζί με άλλους αριστερούς καλλιτέχνες και διανοούμενους. Την ίδια περίοδο δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, “Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη” στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» ενώ, κείμενά του θα δημοσιευτούν και στη «Νέα Εστία». Αυτή ήταν η απαρχή του πλούσιου και μοναδικού ίσως στα ελληνικά γράμματα, έργου του.


Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν εκ των τελευταίων ποιητών που ακολούθησαν το συλλογικό όραμα, έστω κι αν αυτό σήμαινε δραματικές περιπέτειες, όχι μόνο πολιτικές, αλλά εσωτερικές. Ο Λειβαδίτης έχει, λοιπόν, χαρακτηριστεί από πολλούς “αιρετικός”, λόγω των ιδεών που προβάλλονται στα έργα του. Δεν έγραφε όμως μανιφέστα, ποιήματα έγραφε. Μέσα από τους στίχους του είπε τον Κόσμο όπως τον προσελάμβανε, περιέγραψε τον άνθρωπο και τους αγώνες του για ένα καλύτερο αύριο. Είναι ο ποιητής που μετουσιώνει σε στίχους την κομμουνιστική του ιδεολογία και προσπαθεί να αφυπνίσει τα πλήθη.

«Ναι, αγαπημένη μου.
Εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε,
για να μπορούμε να’ χουμε μια λάμπα,
ένα σκαμνί,
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί,
ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ.
Για να’ χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν,
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.» (Αυτό το Αστέρι είναι για όλους μας)



Συνάμα, όμως, βιώνει και την ήττα των οραμάτων του, βλέπει τη γενιά του τσακισμένη και τα όνειρά του να συντρίβονται. Ο Παράδεισος έχει οριστικά χαθεί κι ο ποιητής μας αρχίζει τις εσωτερικές του αναζητήσεις.

«Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε
κι εμείς τη ζωή μας.
Τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες.
Ω γενιά μου χαμένη, πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση.
Κι αν νικηθήκαμε, δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
απ’ αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό.» (Βιολέτες για μια εποχή)

Συχνά στην ποίηση του Λειβαδίτη, διακρίνεται η διάθεσή του να πέσει πολύ χαμηλά για να παρατηρήσει τον κόσμο, ώστε τελικά να αντιληφθεί την πλάση από μια διαφορετική οπτική γωνία, τέτοια που θα πρέπει να τον ταπεινώσει, ώσπου τελικά θα τον εξευτελίσει. Αυτός ήταν ο δικός του ξεχωριστός τρόπος να νιώσει τις ψυχές των ανθρώπων και να διαβάσει με μια αδιαμφισβήτη αυθεντία τα συναισθήματά τους σε όλο το φάσμα της ψυχικής τους διάθεσης.

«Καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε δακρυσμένη «Γιατί σ’ αρέσει να ταπεινώνεσαι;» «Θέλω να καταλάβω, μητέρα.» (Μικρό βιβλίο για μεγάλα Όνειρα)

Ένας ποιητής, όμως, που αποζητά την ομορφιά της ζωής, την ευτυχία του κόσμου, δε θα μπορούσε να μη μιλήσει για τον έρωτα. Κι αυτό με όλη τη σημασία της λέξης και μ’ όλο τον πόνο και τη συντριβή που περικλείει ο έρωτας. Ο έρωτας στα ποιήματά του είναι συχνά συνυφασμένος και με τις ιδεολογικές του αντιλήψεις, συνθέτοντας ένα μοναδικό κράμα του έρωτα με τις αξίες της ζωής.

«Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό;
Σ’ ένιωθα μες στα χέρια μου να τρέμεις.
Κι έτσι αυτήν τη νύχτα
είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.
Γιατί εγώ αγαπημένη μου, σου χρωστάω κάτι πιο
πολύ από τον έρωτα.
Εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα,
τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.» (Αυτό το Αστέρι είναι για όλους μας)

Στο «Μικρό βιβλίο για μεγάλα Όνειρα» κάνει λόγο για το "μυστικό κλειδί" του. Κανείς δεν έχει ακόμα αποκωδικοποιήσει το νόημα του "μυστικού κλειδιού". Σίγουρα η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, είναι ένα σταυρόλεξο για γερούς λύτες, ένας γρίφος που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί από εκείνον που θα εντρυφήσει στο σύνολο του έργου του, ώστε να λύσει το αίνιγμα της “Διαθήκης” του (στο «Εγχειρίδιο για αυτόχειρες») και να βρει το "μυστικό κλειδί".

«Ίσως να το ‘βρα. Aλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς,
τι θα ψάχνετε;»

Ο χρόνος ,«αυτός που μαραίνει τον έρωτα και ωριμάζει το στάχυ και στεφανώνει την υπομονή και ταξιθέτης του Σύμπαντος τοποθετεί τον καθένα στη θέση που του ανήκει», λέει, σήμερα, για τον Τάσο Λειβαδίτη πως υπήρξε ένας δημιουργός μείζον. Η ψυχή του, όμως, σπάραζε. Η «αυτοπροσωπογραφία» του, στις «Βιολέτες για μια Εποχή», περικλείει τόσα νόημα σε δύο μόνο συγκλονιστικούς στίχους.

«Tόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.»

Πολλοί μη γνωρίζοντες θεωρούν τον Τάσο Λειβαδίτη ένα άτομο που δεν πίστευε στον Θεό, αφού, στα ποιήματά του δεν είναι έκδηλη η πίστη του. Αντιθέτως, ο Λειβαδίτης ήταν άνθρωπος με βαθιά πίστη, την οποία έντρυφόντας κανείς θα ανακαλύψει. Παρακάτω το ποίημα με τίτλο «Η Γέννηση»:

«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο
κομοδίνο
ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες - μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία».
Εσκυψα τότε το
κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ‘χαμε να πούμε
τίποτα
ωραιότερο απ’ αυτό.»

Πώς αλλιώς να τελειώσουμε τούτο το άρθρο; Ο καλύτερος τρόπος είναι με ένα μήνυμα ελπιδοφόρο. Ένα μήνυμα που βγαίνει μέσα από τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, στις «Βιολέτες για μια εποχή».

«Ό, τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε – ο κόσμος μας ανήκει.
Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας σαν το κλειδί
του σπιτιού μας».


Γράφτηκε από τον 4lyk